Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baden
01
κάνω μπάνιο, πλένομαι
Sich in einer Badewanne waschen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bade
γ΄ ενικό πρόσωπο
badet
ενεστώτα μετοχή
badend
απλός αόριστος
badete
παθητική μετοχή
gebadet
Παραδείγματα
Ich bade gern mit Badesalz.
Μου αρέσει να κάνω μπάνιο με άλατα μπάνιου.
02
κολυμπάω, κάνω μπάνιο
Im Wasser schwimmen oder spielen
Παραδείγματα
Im Sommer baden wir im See.
Το καλοκαίρι, κολυμπάμε στη λίμνη.



























