baden
ba
ˈba:
ba
den
dən
dēn
bauenboden

Ορισμός και σημασία του "baden"στα γερμανικά

01

κάνω μπάνιο, πλένομαι

Sich in einer Badewanne waschen 
baden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bade
γ΄ ενικό πρόσωπο
badet
ενεστώτα μετοχή
badend
απλός αόριστος
badete
παθητική μετοχή
gebadet
Παραδείγματα
Ich bade gern mit Badesalz. 

Μου αρέσει να κάνω μπάνιο με άλατα μπάνιου.

02

κολυμπάω, κάνω μπάνιο

Im Wasser schwimmen oder spielen 
baden definition and meaning
Παραδείγματα
Im Sommer baden wir im See. 

Το καλοκαίρι, κολυμπάμε στη λίμνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store