Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auswählen
01
επιλέγω, διαλέγω
Bewusst eine oder mehrere Personen oder Dinge aus einer Gruppe aussondern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
wählen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wähle aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
wählt aus
ενεστώτα μετοχή
auswählend
απλός αόριστος
wählte aus
παθητική μετοχή
ausgewählt
Παραδείγματα
Der Computer hat zufällig eine Nummer ausgewählt.
Ο υπολογιστής επέλεξε τυχαία έναν αριθμό.



























