die auswirkung
aus
aʊs
aws
wir
vɪʁ
vir
kung
kʊng
koong

Ορισμός και σημασία του "auswirkung"στα γερμανικά

Die Auswirkung
01

συνέπεια, επίδραση

Die Folge oder Wirkung, die eine Handlung, ein Ereignis oder eine Entscheidung nach sich zieht 
die Auswirkung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Auswirkung
πληθυντικός τύπος
Auswirkungen
Παραδείγματα
Die Auswirkungen des Klimawandels sind weltweit spürbar. 

Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται αισθητές σε όλο τον κόσμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store