Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ausweis
01
ταυτότητα, έγγραφο ταυτοποίησης
Ein offizielles Dokument, das die Identität einer Person bestätigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ausweise
γενική πτώση
Ausweises
Παραδείγματα
Ich habe meinen Ausweis verloren.
Έχασα την ταυτότητά μου.
LanGeek



























