der ausweg
aus
aʊs
aws
weg
vɛk
vek

Ορισμός και σημασία του "ausweg"στα γερμανικά

01

διέξοδος, λύση

Eine Möglichkeit, aus einer schwierigen Situation zu entkommen oder ein Problem zu lösen 
der Ausweg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
auswege
γενική πτώση
ausweg(e)s
Παραδείγματα
In dieser Krise sehen wir keinen Ausweg. 

Σε αυτή την κρίση, δεν βλέπουμε κανένα διέξοδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store