Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ausweg
[gender: masculine]
01
διέξοδος, λύση
Eine Möglichkeit, aus einer schwierigen Situation zu entkommen oder ein Problem zu lösen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
ausweg(e)s
πληθυντικός τύπος
auswege
Παραδείγματα
Der einzige Ausweg wäre eine radikale Veränderung.
Η μόνη διέξοδος θα ήταν μια ριζική αλλαγή.



























