Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
austauschen
01
αντικαθιστώ, ανταλλάσσω
Etwas durch etwas anderes ersetzen oder wechseln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
tauschen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
tausche aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
tauscht aus
ενεστώτα μετοχή
austauschend
απλός αόριστος
tauschte aus
παθητική μετοχή
ausgetauscht
Παραδείγματα
Ich muss die kaputte Glühbirne austauschen.
Πρέπει να αντικαταστήσω το σπασμένο λαμπτήρα.
02
ανταλλάσσω, αντικαθιστώ
Etwas mit jemandem teilen oder gegenseitig geben
Παραδείγματα
Wir tauschen Geschenke zu Weihnachten aus.
Εμείς ανταλλάσσουμε δώρα τα Χριστούγεννα.
03
ανταλλάσσω
Gedanken, Meinungen oder Informationen miteinander teilen und diskutieren
Παραδείγματα
Wir haben uns über das Projekt ausgetauscht.
Ανταλλάξαμε απόψεις για το έργο.



























