Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausstopfen
01
γεμίζω, στουπώνω
Etwas mit Material füllen, um Hohlräume zu beseitigen oder eine Form zu erhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
stopfen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stopfe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
stopft aus
ενεστώτα μετοχή
ausstopfend
απλός αόριστος
stopfte aus
παθητική μετοχή
ausgestopft
Παραδείγματα
Sie haben ein Loch in der Wand mit Papier ausgestopft.
Έχουν στάξει την τρύπα στον τοίχο με χαρτί.



























