Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausstellen
01
εκθέτω, παρουσιάζω
Etwas öffentlich präsentieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt aus
ενεστώτα μετοχή
ausstellend
απλός αόριστος
stellte aus
παθητική μετοχή
ausgestellt
Παραδείγματα
Die Schule stellt die besten Arbeiten der Schüler aus.
Το σχολείο εκθέτει τις καλύτερες εργασίες των μαθητών.
02
εκδίδω
Ein offizielles Dokument anfertigen und geben
Παραδείγματα
Die Bank stellt keine Schecks mehr aus.
Η τράπεζα δεν εκδίδει πλέον επιταγές.



























