Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausstellen
01
εκθέτω, παρουσιάζω
Etwas öffentlich präsentieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt aus
ενεστώτα μετοχή
ausstellend
απλός αόριστος
stellte aus
παθητική μετοχή
ausgestellt
Παραδείγματα
Das Museum stellt seltene Gemälde aus.
Το μουσείο εκθέτει σπάνιους πίνακες.
02
εκδίδω
Ein offizielles Dokument anfertigen und geben
Παραδείγματα
Das Zeugnis wird bis nächste Woche ausgestellt.
Το πιστοποιητικό θα εκδοθεί μέχρι την επόμενη εβδομάδα.



























