ausstellen
aus
ˈaʊs
aws
ste
ʃtɛ
shte
llen
lən
lēn
aufstellen

Ορισμός και σημασία του "ausstellen"στα γερμανικά

ausstellen
01

εκθέτω, παρουσιάζω

Etwas öffentlich präsentieren 
ausstellen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt aus
ενεστώτα μετοχή
ausstellend
απλός αόριστος
stellte aus
παθητική μετοχή
ausgestellt
Παραδείγματα
Das Museum stellt seltene Gemälde aus. 

Το μουσείο εκθέτει σπάνιους πίνακες.

02

εκδίδω

Ein offizielles Dokument anfertigen und geben 
Παραδείγματα
Das Zeugnis wird bis nächste Woche ausgestellt. 

Το πιστοποιητικό θα εκδοθεί μέχρι την επόμενη εβδομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store