Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ausspruch
[gender: masculine]
01
απόφθεγμα, γνωμικό
Ein kurzer, prägnanter Satz oder Spruch
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ausspruchs
πληθυντικός τύπος
Aussprüche
Παραδείγματα
Sein Ausspruch regte zum Nachdenken an.
Το απόφθεγμά του προκάλεσε στοχασμό.



























