Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aussprechen
01
προφέρω, εκφράζω
Einen Laut oder ein Wort richtig sagen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
sprechen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spreche aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
spricht aus
ενεστώτα μετοχή
aussprechend
απλός αόριστος
sprach aus
παθητική μετοχή
ausgesprochen
Παραδείγματα
Er spricht seinen Namen langsam aus.
Αυτός προφέρει το όνομά του αργά.



























