Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausspannen
01
χαλαρώνω
Sich erholen und entspannen, besonders nach Arbeit oder Stress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
spannen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spanne aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
spannt aus
ενεστώτα μετοχή
ausspannend
απλός αόριστος
spannte aus
παθητική μετοχή
ausgespannt
Παραδείγματα
Lesen hilft mir, gut auszuspannen.
Η ανάγνωση με βοηθά να χαλαρώσω καλά.
02
τεντώνω, τραβώ
etwas durch Ziehen straff machen oder fest spannen
Παραδείγματα
Vor dem Sturm wurden die Abspannseile neu ausgespannt.
Πριν από τη θύελλα, τα σχοινιά στήριξης εντάθηκαν ξανά.



























