Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aussicht
01
θέα, πανοραμική θέα
Der Blick in die Ferne oder auf etwas, besonders von einem hohen oder offenen Ort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Aussichten
γενική πτώση
Aussicht
Παραδείγματα
Die Aussicht vom Balkon ist wunderschön.
Η θέα από το μπαλκόνι είναι υπέροχη.
LanGeek



























