Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausrechnen
01
υπολογίζω, λογαριάζω
Eine Zahl oder ein Ergebnis durch Rechnen finden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
rechnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rechne aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
rechnet aus
ενεστώτα μετοχή
ausrechnend
απλός αόριστος
rechnete aus
παθητική μετοχή
ausgerechnet
Παραδείγματα
Sie hat die Kosten genau ausgerechnet.
Έχει υπολογίσει τα κόστη ακριβώς.



























