Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausrasten
01
χάνω τον έλεγχο, εκρήγνυμαι
Sehr wütend oder aufgeregt werden und die Kontrolle verlieren
Παραδείγματα
Er ist gestern total ausgerastet.
Χθες έχασε τελείως τον έλεγχο.
02
ξεκολλάω, αποσπώμαι
sich plötzlich aus einer Halterung oder Führung lösen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
rasten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
raste aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
rastet aus
ενεστώτα μετοχή
ausrastend
απλός αόριστος
rastete aus
παθητική μετοχή
ausgerastet
Παραδείγματα
Der Zahnriemen ist während der Fahrt ausgerastet.
Η ιμάντας συγχρονισμού ξεγλιστρίσει κατά τη διάρκεια της οδήγησης.



























