Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Ausländeramt
01
γραφείο αλλοδαπών, γραφείο μετανάστευσης
Eine Behörde, die sich um die Angelegenheiten von Ausländern und Migranten kümmert, z. B. Aufenthaltstitel oder Visa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
ausländeramt(e)s
πληθυντικός τύπος
ausländerämter
Παραδείγματα
Er arbeitet im Ausländeramt als Sachbearbeiter.
Δουλεύει στο γραφείο αλλοδαπών ως υπάλληλος διαχείρισης υποθέσεων.



























