das Ausländeramt
Pronunciation
/aʊslɛndɐ amt/

Ορισμός και σημασία του "ausländeramt"στα γερμανικά

Das Ausländeramt
01

γραφείο αλλοδαπών, γραφείο μετανάστευσης

Eine Behörde, die sich um die Angelegenheiten von Ausländern und Migranten kümmert, z. B. Aufenthaltstitel oder Visa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
ausländeramt(e)s
πληθυντικός τύπος
ausländerämter
Παραδείγματα
Er arbeitet im Ausländeramt als Sachbearbeiter.
Δουλεύει στο γραφείο αλλοδαπών ως υπάλληλος διαχείρισης υποθέσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store