Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausloten
01
βολιδοσκοπώ, μετρώ το βάθος
Die Tiefe eines Gewässers messen oder übertragen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
loten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lote aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
lotet aus
ενεστώτα μετοχή
auslotend
απλός αόριστος
lotete aus
παθητική μετοχή
ausgelotet
Παραδείγματα
Das U-Boot lotete den Marianengraben systematisch aus.
Το υποβρύχιο εντόπισε συστηματικά τη Τάφρο των Μαριανών.



























