ausloten
ausloten
aʊ̯slo:tn
awslotn
auslebenausladenauslösenauslegen

Ορισμός και σημασία του "ausloten"στα γερμανικά

ausloten
01

βολιδοσκοπώ, μετρώ το βάθος

Die Tiefe eines Gewässers messen oder übertragen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
loten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lote aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
lotet aus
ενεστώτα μετοχή
auslotend
απλός αόριστος
lotete aus
παθητική μετοχή
ausgelotet
Παραδείγματα
Das Boot lotete den See aus, um seine Tiefe zu messen. 

Η βάρκα κατέδειξε τη λίμνη για να μετρήσει το βάθος της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store