ausloggen
ausloggen
aʊslɔgng
awslawgng
auslegen

Ορισμός και σημασία του "ausloggen"στα γερμανικά

ausloggen
01

αποσυνδέομαι, κλείνω τη σύνδεση

Einen Benutzer vom System oder Programm abmelden 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
loggen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
logge aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
loggt aus
ενεστώτα μετοχή
ausloggend
απλός αόριστος
loggte aus
παθητική μετοχή
ausgeloggt
Παραδείγματα
Der Admin hat alle Nutzer ausgeloggt. 

Ο διαχειριστής αποσυνδέθηκε όλους τους χρήστες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store