der auslauf
auslauf
aʊ̯slaʊ̯f
awslawf
auflauf

Ορισμός και σημασία του "auslauf"στα γερμανικά

01

περιοχή άσκησης, χώρος ελεύθερης κίνησης

Bereich, in dem sich Tiere oder Personen frei bewegen können 
der Auslauf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ausläufe
γενική πτώση
Auslauf(e)s
Παραδείγματα
Der Pferdeauslauf muss sauber sein. 

Ο χώρος άσκησης για τα άλογα πρέπει να είναι καθαρός.

02

έξοδος, απαγωγή

Öffnung, durch die etwas austreten kann 
der Auslauf definition and meaning
Παραδείγματα
Der Auslauf der Flasche ist verstopft. 

Το στόμιο του μπουκαλιού είναι φραγμένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store