Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Auslauf
01
περιοχή άσκησης, χώρος ελεύθερης κίνησης
Bereich, in dem sich Tiere oder Personen frei bewegen können
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Auslauf(e)s
πληθυντικός τύπος
Ausläufe
Παραδείγματα
Der Pferdeauslauf muss sauber sein.
Ο χώρος άσκησης για τα άλογα πρέπει να είναι καθαρός.
02
έξοδος, απαγωγή
Öffnung, durch die etwas austreten kann
Παραδείγματα
Der Auslauf der Flasche ist verstopft.
Το στόμιο του μπουκαλιού είναι φραγμένο.



























