Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausgefallen
01
ασυνήθιστος, πρωτότυπος
Nicht dem Üblichen entsprechend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ausgefallensten
συγκριτικός βαθμός
ausgefallener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Mode, Stil, Verhalten
Παραδείγματα
Sie trägt immer ausgefallene Kleidung.
Φοράει πάντα εκκεντρικά ρούχα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ausgefallen
aus
gefallen



























