Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausgeben
01
ξοδεύω, δαπανώ
Geld für etwas bezahlen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt aus
ενεστώτα μετοχή
ausgebend
απλός αόριστος
gab aus
παθητική μετοχή
ausgegeben
Παραδείγματα
Wie viel Geld hast du ausgegeben?
Πόσα χρήματα ξόδεψες ;



























