ausgeben
ausgeben
aʊ̯sge:bɐn
awsgebn
aushebenaufhebenaufgebenausleben

Ορισμός και σημασία του "ausgeben"στα γερμανικά

ausgeben
01

ξοδεύω, δαπανώ

Geld für etwas bezahlen 
ausgeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt aus
ενεστώτα μετοχή
ausgebend
απλός αόριστος
gab aus
παθητική μετοχή
ausgegeben
Παραδείγματα
Ich gebe viel Geld für Kleidung aus. 

Ξοδεύω πολλά χρήματα για ρούχα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store