ausgeben
Pronunciation
/ˈaʊ̯sˌɡeːbn̩/

Ορισμός και σημασία του "ausgeben"στα γερμανικά

ausgeben
01

ξοδεύω, δαπανώ

Geld für etwas bezahlen
ausgeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt aus
ενεστώτα μετοχή
ausgebend
απλός αόριστος
gab aus
παθητική μετοχή
ausgegeben
Παραδείγματα
Wie viel Geld hast du ausgegeben?
Πόσα χρήματα ξόδεψες ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store