Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ausgabe
01
δαπάνη, έξοδο
Geldbetrag, der für etwas ausgegeben wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ausgabe
πληθυντικός τύπος
Ausgaben
Παραδείγματα
Die monatlichen Ausgaben sind hoch.
Οι μηνιαίες δαπάνες είναι υψηλές.
02
έκδοση, εκδοχή
Eine bestimmte Version eines Buchs, Texts oder Werks
Παραδείγματα
Ich habe die neue Ausgabe des Buches gekauft.
Αγόρασα τη νέα έκδοση του βιβλίου.
03
τεύχος, έκδοση
Ein einzelnes Exemplar einer regelmäßig erscheinenden Zeitschrift oder Zeitung
Παραδείγματα
Die heutige Ausgabe ist sehr interessant.
Το σημερινό τεύχος είναι πολύ ενδιαφέρον.



























