Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausfüllen
01
συμπληρώνω, γεμίζω
In ein Formular oder ein Feld Informationen schreiben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
füllen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fülle aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
füllt aus
ενεστώτα μετοχή
ausfüllend
απλός αόριστος
füllte aus
παθητική μετοχή
ausgefüllt
Παραδείγματα
Wir sollen das Blatt vollständig ausfüllen.
Πρέπει να συμπληρώσουμε πλήρως το φύλλο.



























