ausfüllen
Pronunciation
/ˈaʊ̯sfʏlən/

Ορισμός και σημασία του "ausfüllen"στα γερμανικά

ausfüllen
01

συμπληρώνω, γεμίζω

In ein Formular oder ein Feld Informationen schreiben
ausfüllen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
füllen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fülle aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
füllt aus
ενεστώτα μετοχή
ausfüllend
απλός αόριστος
füllte aus
παθητική μετοχή
ausgefüllt
Παραδείγματα
Wir sollen das Blatt vollständig ausfüllen.
Πρέπει να συμπληρώσουμε πλήρως το φύλλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store