Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ausführung
01
εκτέλεση, υλοποίηση
Die praktische Umsetzung eines Plans oder Vorhabens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ausführung
πληθυντικός τύπος
Ausführungen
Παραδείγματα
Die Ausführung des Projekts wurde pünktlich abgeschlossen.
Η εκτέλεση του έργου ολοκληρώθηκε εγκαίρως.



























