Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ausführung
[gender: feminine]
01
εκτέλεση, υλοποίηση
Die praktische Umsetzung eines Plans oder Vorhabens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ausführung
πληθυντικός τύπος
Ausführungen
Παραδείγματα
Für die Ausführung dieser Idee fehlen uns noch die Mittel.
Για την εκτέλεση αυτής της ιδέας, μας λείπουν ακόμη τα μέσα.



























