ausfallen
aus
aʊs
aws
fa
fa
fa
llen
lən
lēn
auffallenausfüllenausgefallenausrollen

Ορισμός και σημασία του "ausfallen"στα γερμανικά

ausfallen
01

ακυρώνεται, δεν πραγματοποιείται

Nicht stattfinden 
ausfallen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
falle aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
fällt aus
ενεστώτα μετοχή
ausfallend
απλός αόριστος
fiel aus
παθητική μετοχή
ausgefallen
Παραδείγματα
Der Zug fällt heute aus. 

Το τρένο ακυρώθηκε σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store