Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausfallen
01
ακυρώνεται, δεν πραγματοποιείται
Nicht stattfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
falle aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
fällt aus
ενεστώτα μετοχή
ausfallend
απλός αόριστος
fiel aus
παθητική μετοχή
ausgefallen
Παραδείγματα
Der Unterricht fällt morgen aus.
Το μάθημα ακυρώνεται αύριο.



























