ausdrucken
Pronunciation
/ˈaʊ̯sdʁʊkən/

Ορισμός και σημασία του "ausdrucken"στα γερμανικά

ausdrucken
01

εκτυπώνω, τυπώνω

Etwas mit einem Drucker auf Papier bringen
ausdrucken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aus
βασικό ρήμα
drucken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drucke aus
γ΄ ενικό πρόσωπο
druckt aus
ενεστώτα μετοχή
ausdruckend
απλός αόριστος
druckte aus
παθητική μετοχή
ausgedruckt
Παραδείγματα
Bitte druck das Formular zweimal aus.
Παρακαλώ εκτυπώστε τη φόρμα δύο φορές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store