Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufwecken
01
ξυπνώ, βγάζω από τον ύπνο
Jemanden aus dem Schlaf holen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
wecken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wecke auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
weckt auf
ενεστώτα μετοχή
aufweckend
απλός αόριστος
weckte auf
παθητική μετοχή
aufgeweckt
Παραδείγματα
Er wurde von einem lauten Geräusch aufgeweckt.
Ξύπνησε από ένα δυνατό θόρυβο.



























