Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Aufwand
01
Mittel, Kosten oder Arbeit, die für etwas eingesetzt werden
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Der Aufwand hat sich gelohnt.
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mittel, Kosten oder Arbeit, die für etwas eingesetzt werden
LanGeek