Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufschreiben
01
σημειώνω, καταγράφω
Etwas auf Papier oder digital notieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
schreiben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schreibe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
schreibt auf
ενεστώτα μετοχή
aufschreibend
απλός αόριστος
schrieb auf
παθητική μετοχή
aufgeschrieben
Παραδείγματα
Er hat die Adresse schnell aufgeschrieben.
Κατέγραψε γρήγορα τη διεύθυνση.



























