Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufpassen
01
παρακολουθώ, φροντίζω
Sich um jemanden oder etwas kümmern, damit nichts passiert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
passen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
passe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
passt auf
ενεστώτα μετοχή
aufpassend
απλός αόριστος
passte auf
παθητική μετοχή
aufgepasst
Παραδείγματα
Pass auf deine Tasche auf!
Πρόσεχε την τσάντα σου !
02
προσέχω, είμαι προσεκτικός
Aufmerksam sein und gut zuhören oder hinschauen
Παραδείγματα
Wenn du nicht aufpasst, verpasst du die Erklärung.
Αν δεν προσέξεις, θα χάσεις την εξήγηση.



























