Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aufnahmeprüfung
01
εξετάσεις εισαγωγής, δοκιμασία εισαγωγής
Eine Prüfung, die über die Zulassung zu einer Schule, Universität oder Institution entscheidet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aufnahmeprüfung
πληθυντικός τύπος
Aufnahmeprüfungen
Παραδείγματα
Ohne bestandene Aufnahmeprüfung kann man nicht studieren.
Χωρίς επιτυχία στις εξετάσεις εισαγωγής, δεν μπορείς να σπουδάσεις.
Λεξικό Δέντρο
aufnahmeprüfung
aufnahme
prüfung



























