die aufklärung
aufklärung
aʊ̯fkle:ʁʊng
awfkleroong

Ορισμός και σημασία του "aufklärung"στα γερμανικά

Die Aufklärung
01

εξήγηση, διευκρίνιση

das genaue Erklären eines Sachverhalts, damit er verstanden wird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aufklärung
Παραδείγματα
Die Aufklärung des Problems dauerte mehrere Stunden. 

Η διευκρίνιση του προβλήματος διήρκεσε αρκετές ώρες.

02

Διαφωτισμός, Εποχή του Διαφωτισμού

Eine geistige Bewegung im 18. Jahrhundert, die Vernunft, Freiheit und Wissenschaft betonte 
Παραδείγματα
Die Aufklärung forderte die Nutzung der Vernunft. 

Ο Διαφωτισμός απαιτούσε τη χρήση της λογικής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store