Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufhalten
01
κρατώ ανοιχτό, εμποδίζω
Etwas in einem geöffneten Zustand halten oder jemanden oder etwas am Weitergehen hindern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
halte auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
hält auf
ενεστώτα μετοχή
aufhaltend
απλός αόριστος
hielt auf
παθητική μετοχή
aufgehalten
Παραδείγματα
Kannst du bitte die Tür aufhalten?
Μπορείς σε παρακαλώ να κρατήσεις την πόρτα ανοιχτή;
02
μένω, παραμένω
Sich an einem Ort befinden oder dort Zeit verbringen
Παραδείγματα
Wir halten uns gerade in Berlin auf.
Βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή στο Βερολίνο.



























