Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufgeschlossen
01
ανοιχτόμυαλος, ανοιχτός
Bereit, neue Ideen, Kulturen oder Veränderungen anzunehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am aufgeschlossensten
συγκριτικός βαθμός
aufgeschlossener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Nur aufgeschlossene Communities überwinden Vorurteile.
Μόνο οι ανοιχτές κοινότητες ξεπερνούν τις προκαταλήψεις.



























