Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Auffassung
[gender: feminine]
01
γνώμη, άποψη
Eine persönliche Meinung oder Sichtweise zu einem Thema
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
auffassung
πληθυντικός τύπος
auffassungen
Παραδείγματα
Die Auffassungen gehen stark auseinander.
Οι αντιλήψεις διαφέρουν πολύ.



























