Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auffallen
01
τραβώ την προσοχή, ξεχωρίζω
Von jemandem bemerkt werden, weil etwas ungewöhnlich oder anders ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
falle auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
fällt auf
ενεστώτα μετοχή
auffallend
απλός αόριστος
fiel auf
παθητική μετοχή
aufgefallen
Παραδείγματα
Der Fehler ist dem Lehrer aufgefallen.
Το λάθος έπεσε στο μάτι του δασκάλου.
02
ξεχωρίζω
Aufgrund besonderer Eigenschaften Aufmerksamkeit erregen
Παραδείγματα
Das Gebäude fällt durch seine besondere Architektur auf.
Το κτίριο ξεχωρίζει λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής του.
Λεξικό Δέντρο
auffallen
auf
fallen



























