Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auffallen
01
τραβώ την προσοχή, ξεχωρίζω
Von jemandem bemerkt werden, weil etwas ungewöhnlich oder anders ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
falle auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
fällt auf
ενεστώτα μετοχή
auffallend
απλός αόριστος
fiel auf
παθητική μετοχή
aufgefallen
Παραδείγματα
Seine neue Frisur ist mir sofort aufgefallen.
Το νέο του κούρεμα μου έκανε αμέσως εντύπωση.
02
ξεχωρίζω
Aufgrund besonderer Eigenschaften Aufmerksamkeit erregen
Παραδείγματα
Sie fällt immer durch ihre laute Stimme auf.
Αυτή πάντα ξεχωρίζει λόγω της δυνατής της φωνής.
Λεξικό Δέντρο
auffallen
auf
fallen



























