Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Aufenthalt
01
διαμονή, παραμονή
Der Zeitraum, in dem man sich an einem Ort aufhält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Aufenthalte
γενική πτώση
Aufenthalt(e)s
Παραδείγματα
Mein Aufenthalt in Berlin war sehr schön.
Η διαμονή μου στο Βερολίνο ήταν πολύ όμορφη.
02
στάση, διακοπή
Ein kurzes Verweilen an einem Ort
Παραδείγματα
Der Zug hat einen Aufenthalt von 10 Minuten.
Το τρένο έχει στάση 10 λεπτών.
LanGeek



























