Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Aufenthalt
01
διαμονή, παραμονή
Der Zeitraum, in dem man sich an einem Ort aufhält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Aufenthalt(e)s
πληθυντικός τύπος
Aufenthalte
Παραδείγματα
Für einen längeren Aufenthalt braucht man ein Visum.
Για μια μακρύτερη διαμονή, χρειάζεται βίζα.
02
στάση, διακοπή
Ein kurzes Verweilen an einem Ort
Παραδείγματα
Der Aufenthalt an der Haltestelle war kurz.
Η διαμονή στη στάση ήταν σύντομη.



























