Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attraktiv
01
ελκυστικός, γοητευτικός
Anziehend oder ansprechend in Aussehen, Wirkung oder Eigenschaften
Παραδείγματα
Er hat eine attraktive Persönlichkeit.
Έχει μια ελκυστική προσωπικότητα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ελκυστικός, γοητευτικός