das Attest
a
a
a
ttest
ˈtɛst
test
protestfestresttest

Ορισμός και σημασία του "attest"στα γερμανικά

01

ιατρικό πιστοποιητικό, ιατρική βεβαίωση

Ein offizielles schriftliches Dokument, das eine Tatsache bestätigt 
das Attest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Atteste
γενική πτώση
Attest(e)s
Παραδείγματα
Der Arzt hat mir ein Attest für die Arbeit ausgestellt. 

Ο γιατρός μου εξέδωσε ένα ιατρικό πιστοποιητικό για τη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store