das atelier
atelier
a:təli̯e:ɐ
atēlie

Ορισμός και σημασία του "atelier"στα γερμανικά

01

ατελιέ, στούντιο

Ein Arbeitsraum oder Studio für Künstler 
das Atelier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Ateliers
γενική πτώση
Ateliers
Παραδείγματα
Picasso arbeitete täglich in seinem Pariser Atelier. 

Ο Πικάσο εργαζόταν καθημερινά στο ατελιέ του στο Παρίσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store