Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Atelier
[gender: neuter]
01
ατελιέ, στούντιο
Ein Arbeitsraum oder Studio für Künstler
Παραδείγματα
Das Atelier ist voller Skizzen und Farbflecken.
Το ατελιέ είναι γεμάτο σκίτσα και χρωματιστές κηλίδες.


























