Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Astrologe
[gender: masculine]
01
αστρολόγος, αστρολόγος
Eine Person, die glaubt, dass die Stellung von Sternen und Planeten das Leben und den Charakter von Menschen beeinflusst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Astrologen
πληθυντικός τύπος
Astrologen
Παραδείγματα
Ein Astrologe ist kein Wissenschaftler wie ein Astronom.
Ένας αστρολόγος δεν είναι επιστήμονας όπως ένας αστρονόμος.



























