Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Aspekt
[gender: masculine]
01
πτυχή, άποψη
Ein bestimmter Gesichtspunkt oder eine Betrachtungsweise, unter der man etwas betrachten kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Aspekt(e)s
πληθυντικός τύπος
Aspekte
Παραδείγματα
Ein wichtiger Aspekt ist die Umweltverträglichkeit.
Μια σημαντική πτυχή είναι η περιβαλλοντική συμβατότητα.



























