Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Arbeitszeit
01
Die Zeit, in der man arbeitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Arbeitszeiten
γενική πτώση
Arbeitszeit
Παραδείγματα
Meine Arbeitszeit beginnt um 8 Uhr.
LanGeek



























