Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Arbeitslosigkeit
[gender: feminine]
01
ανεργία, έλλειψη εργασίας
Der Zustand, in dem Menschen keine Arbeit haben und eine Beschäftigung suchen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Arbeitslosigkeit
Παραδείγματα
Er sucht seit Monaten Arbeit wegen der Arbeitslosigkeit.
Ψάχνει δουλειά εδώ και μήνες λόγω της ανεργίας.



























