der Apparat
Pronunciation
/apaˈʀaːt/

Ορισμός και σημασία του "apparat"στα γερμανικά

Der Apparat
[gender: masculine]
01

συσκευή, μηχάνημα

Ein technisches Gerät oder eine Maschine
der Apparat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Apparat(e)s
πληθυντικός τύπος
Apparate
Παραδείγματα
Der Apparat macht manchmal Geräusche.
Η συσκευή κάνει μερικές φορές θορύβους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store