der apparat
a
ˈa
α
ppa
pa
πα
rat
ʁa:t
ρατ

Ορισμός και σημασία του "apparat"στα γερμανικά

01

συσκευή, μηχάνημα

Ein technisches Gerät oder eine Maschine 
der Apparat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Apparate
γενική πτώση
Apparat(e)s
Παραδείγματα
Der Apparat im Krankenhaus ist sehr teuer. 

Η συσκευή στο νοσοκομείο είναι πολύ ακριβή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store