Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Apparat
[gender: masculine]
01
συσκευή, μηχάνημα
Ein technisches Gerät oder eine Maschine
Παραδείγματα
Der Apparat macht manchmal Geräusche.
Η συσκευή κάνει μερικές φορές θορύβους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συσκευή, μηχάνημα