Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Apparat
01
συσκευή, μηχάνημα
Ein technisches Gerät oder eine Maschine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Apparate
γενική πτώση
Apparat(e)s
Παραδείγματα
Der Apparat im Krankenhaus ist sehr teuer.
Η συσκευή στο νοσοκομείο είναι πολύ ακριβή.
LanGeek



























