der apfel
apfel
apfl
apfl

Ορισμός και σημασία του "apfel"στα γερμανικά

01

μήλο, φρούτο της μηλιάς

Eine runde Frucht mit roter, grüner oder gelber Schale 
der Apfel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Äpfel
γενική πτώση
Apfels
Παραδείγματα
Ich esse jeden Tag einen Apfel. 

Τρώω ένα μήλο κάθε μέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store