Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anziehungspunkt
[gender: masculine]
01
σημείο έλξης, κέντρο ενδιαφέροντος
Ein konkreter Ort, der Menschen aufgrund seiner Attraktivität oder Bedeutung anzieht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anziehungspunkt(e)s
πληθυντικός τύπος
Anziehungspunkte
Παραδείγματα
Der Strand ist im Sommer der beliebteste Anziehungspunkt.
Η παραλία είναι το πιο δημοφιλές σημείο έλξης το καλοκαίρι.



























