der anziehungspunkt
an
ˈan
αν
zie
tsi:
τσι
hung
ʊng
ουνγκ
spunkt
spʊnkt
σπουνκτ

Ορισμός και σημασία του "anziehungspunkt"στα γερμανικά

Der Anziehungspunkt
01

σημείο έλξης, κέντρο ενδιαφέροντος

Ein konkreter Ort, der Menschen aufgrund seiner Attraktivität oder Bedeutung anzieht 
der Anziehungspunkt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Anziehungspunkte
γενική πτώση
Anziehungspunkt(e)s
Παραδείγματα
Der Park ist ein Anziehungspunkt für die Besucher der Stadt. 

Το πάρκο είναι ένα σημείο έλξης για τους επισκέπτες της πόλης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store