Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anziehungspunkt
01
σημείο έλξης, κέντρο ενδιαφέροντος
Ein konkreter Ort, der Menschen aufgrund seiner Attraktivität oder Bedeutung anzieht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anziehungspunkt(e)s
πληθυντικός τύπος
Anziehungspunkte
Παραδείγματα
Der Park ist ein Anziehungspunkt für die Besucher der Stadt.
Το πάρκο είναι ένα σημείο έλξης για τους επισκέπτες της πόλης.



























