Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Anziehungskraft
[gender: feminine]
01
δύναμη έλξης, βαρυτική δύναμη
Die gegenseitige Kraft, mit der zwei Massen aufgrund der Gravitation aufeinander zu beschleunigt werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Anziehungskraft
πληθυντικός τύπος
Anziehungskräfte
Παραδείγματα
Schwarze Löcher haben eine so starke Anziehungskraft, dass nicht einmal Licht entkommen kann.
Οι μαύρες τρύπες έχουν τόσο ισχυρή δύναμη έλξης που ούτε το φως δεν μπορεί να ξεφύγει.



























