der anstrich
ans
ˈanʃ
ansh
trich
tʁɪç
trich

Ορισμός και σημασία του "anstrich"στα γερμανικά

01

στρώμα χρώματος, επίστρωση

Eine Schicht Farbe, die auf eine Oberfläche aufgetragen wird 
der Anstrich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Anstriche
γενική πτώση
Anstrichs
Παραδείγματα
Der Anstrich an der Wand ist frisch und glänzend. 

Το στρώμα χρώματος στον τοίχο είναι φρέσκο και γυαλιστερό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store