Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anstrengen
01
κουράζω, επιβαρύνω
Jemanden körperlich oder geistig müde machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
strengen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
strenge an
γ΄ ενικό πρόσωπο
strengt an
ενεστώτα μετοχή
anstrengend
απλός αόριστος
strengte an
παθητική μετοχή
angestrengt
Παραδείγματα
Langes Lesen kann die Augen anstrengen.
Η παρατεταμένη ανάγνωση μπορεί να κουράσει τα μάτια.
02
προσπαθώ, κάνω προσπάθεια
Sich große Mühe geben, um etwas zu erreichen
Παραδείγματα
Ich muss mich mehr anstrengen, um gute Noten zu bekommen.
Πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο για να πάρω καλούς βαθμούς.



























