Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anstrengen
01
κουράζω, επιβαρύνω
Jemanden körperlich oder geistig müde machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
strengen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
strenge an
γ΄ ενικό πρόσωπο
strengt an
ενεστώτα μετοχή
anstrengend
απλός αόριστος
strengte an
παθητική μετοχή
angestrengt
Παραδείγματα
Ich will mich nicht zu sehr anstrengen und krank werden.
Δεν θέλω να κουράζομαι πολύ και να αρρωστήσω.
02
προσπαθώ, κάνω προσπάθεια
Sich große Mühe geben, um etwas zu erreichen
Παραδείγματα
Wir haben uns angestrengt, aber es war zu schwer.
Προσπαθήσαμε πολύ, αλλά ήταν πολύ δύσκολο.



























